Κίνα, 1η Οκτωβρίου 1949 – Μια νικηφόρα επανάσταση μάλλον εθνικιστική παρά σοσιαλιστική (Lutte Ouvrière αριθ. 2148 – 2 Οκτωβρίου 2009)

چاپ
2 Οκτωβρίου 2009

Την 1η Οκτωβρίου 1949, οι ηγέτες του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) ίδρυαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας με πρόεδρο τον Μάο Τσε Τουνγκ και πρωθυπουργό τον Τσου Εν-λάι. Στη διάρκεια του 1949, το ΚΚΚ είχε ολοκληρώσει την κατάκτηση των μεγαλύτερων πόλεων της Κίνας. Τον Ιανουάριο είχε μπει στο Πεκίνο, τον Απρίλιο στο Νανκίν και στις 15 Οκτωβρίου στην Καντόνα. Στην πρώτη κυβέρνηση συμμετείχαν και μη κομμουνιστές και το ΚΚΚ είχε την υποστήριξη της χήρας του εθνικιστή ηγέτη της αποτυχημένης αστικής επανάστασης του 1911, Σουν Γιατ-σεν. Το νέο Σύνταγμα που ψηφίστηκε το 1954 παρουσίαζε την Κίνα ως «ένα λαϊκό δημοκρατικό κράτος του οποίου ηγείται η εργατική τάξη και το οποίο στηρίζεται στη συμμαχία εργατών και χωρικών». Εντούτοις, το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αυτής της επανάστασης ήταν το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν έπαιξε σχεδόν κανέναν ρόλο σ' αυτή, και εν πάση περιπτώσει κανέναν ηγετικό ρόλο.

Ωστόσο, από το 1920 έως το 1927, η κινέζικη εργατική τάξη, που την αποτελούσαν τα τρία εκατομμύρια προλεταρίων που αριθμούσε η χώρα, είχε εκδηλώσει την πρόθεσή της να αναλάβει την ηγεσία της κοινωνίας, ιδρύοντας τα πρώτα συνδικάτα, παλεύοντας για δημοκρατικές ελευθερίες, καταγγέλλοντας την κυριαρχία των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και πολλαπλασιάζοντας τα μποϊκοτάζ, τις απεργίες και τις εξεγέρσεις.

Οι κινέζοι εργαζόμενοι, όμως, έπεσαν θύματα της πολιτικής που ακολουθήθηκε για ταξική συνεργασία με την Κουμιντάνγκ, το αστικό κόμμα του Τσανγκ Κάι-σεκ, πολιτική που επιβλήθηκε από τη σταλινική ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς σ' ένα νεαρό και άπειρο κομμουνιστικό κόμμα. Η πολιτική αυτή οδήγησε στη σφαγή δεκάδων χιλιάδων εργατών, συνδικαλιστών και κομμουνιστών από τα στρατεύματα του Τσανγκ. Οι περισσότεροι αγωνιστές που κατόρθωσαν να σωθούν από τη σφαγή, όπως ο Μάο, κατέφυγαν στην ύπαιθρο, όπου θα ανασυγκροτούσαν ένα κόμμα το οποίο διατήρησε τον τίτλο του «κομμουνιστικού» αλλά είχε χάσει κάθε επαφή με την εργατική τάξη των πόλεων και στηριζόταν μόνον στην αγροτιά.

Η Κουονμιτάνγκ, που βγήκε νικήτρια από τη σύγκρουση αυτή, επιβλήθηκε στους πολέμαρχους που κυριαρχούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή στις διάφορες περιοχές της Κίνας. Το κόμμα αυτό εκπροσωπούσε τα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων και της εμπορικής και χρηματοπιστωτικής αστικής τάξης. Η τάξη αυτή αντλούσε ένα μεγάλο μέρος της ευημερίας της λειτουργώντας ως μεσάζοντας των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Και όλοι μαζί έτρεμαν την εισβολή των φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού στην πολιτική σκηνή.

Το τεστ του πολέμου

Η εισβολή της Ιαπωνίας στην Μαντζουρία, το 1931, και στη συνέχεια σ' ολόκληρη την Κίνα, θα αποκάλυπτε τη σήψη του καθεστώτος του Τσανγκ Κάι-σεκ και θα άνοιγε στο ΚΚΚ το δρόμο για την εξουσία.

Τα μέλη του ΚΚΚ, που είχαν καταφύγει στα χωριά, είχαν ιδρύσει μια εφήμερη δημοκρατία αποκαλούμενη «σοβιετική». Αλλά, για να ξεφύγουν από την καταστολή που ασκούσαν τα στρατεύματα της Κουομιντάνγκ, αναγκάστηκαν στη συνέχεια να καταφύγουν στις ορεινές και απομονωμένες επαρχίες του βορρά. Η Μεγάλη Πορεία ήταν εκείνη που κινητοποίησε αυτό που ο Μάο αποκαλούσε «ερυθρές στρατιές» του, δηλαδή στρατιές χωρικών πλαισιωμένες από το ΚΚΚ.

Στο τέλος αυτού του μακρού και δύσκολου περίπλου, που κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια και επέτεινε το ξέκομμα του κόμματος από το προλεταριάτο των πόλεων, οι ηγέτες του ΚΚΚ άρχισαν τις εχθροπραξίες με τα ιαπωνικά στρατεύματα κατοχής. Έως τότε, το ΚΚΚ κατήγγελλε το δικτατορικό και καταπιεστικό καθεστώς της Κουομιντάνγκ. Από τη στιγμή εκείνη, όμως, είχε κατά νου να ασκήσει πίεση στην Κουομιντάνγκ για να το ακολουθήσει στον αγώνα κατά της Ιαπωνίας. Διότι οι τραπεζίτες και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, στους οποίους στηριζόταν η Κουονμιντάνγκ, δεν έδειχναν και μεγάλη διάθεση να αγωνιστούν κατά του ιάπωνα κατακτητή, προτιμώντας να συμβιβαστούν μαζί του και να μοιραστούν τους καρπούς από την εκμετάλλευση των χωρικών.

Τον Δεκέμβριο του 1936, απήγαγε τον Τσανγκ Κάι-σεκ, που αναπαυόταν σε μία εξοχική κατοικία κοντά στην πόλη Ξιαν, ένας στρατηγός του, ο οποίος ήθελε να τον αναγκάσει με τον τρόπο αυτό να σχηματίσει ενιαίο μέτωπο με το ΚΚΚ κατά των Γιαπωνέζων. Τελικά, εμφανίστηκε μία αντιπροσωπία του κόμματος, με επικεφαλής τον Τσου Εν-λάι, η οποία διαπραγματεύτηκε και πέτυχε την απελευθέρωση του δικτάτορα. Οι στρατιές των χωρικών του ΚΚΚ ενώθηκαν με το στρατό του Τσανγκ. Η συμφωνία αυτή ικανοποιούσε εξάλλου και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ανταγωνίζονταν την Ιαπωνία και ήθελαν να ανακόψουν την εξάπλωσή της στην περιοχή.

Το ΚΚΚ που επιδίωκε να προσελκύσει τους φτωχούς χωρικούς, είχε ξεκινήσει, στα εδάφη που είχε υπό τον έλεγχό του, ένα πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης. Όταν, όμως, το ΚΚΚ συμμάχησε με το κόμμα των μεγάλων γαιοκτημόνων, άρχισε να περιορίζει τη μεταρρύθμιση αυτή. Το μόνο που το ενδιέφερε πλέον ήταν να τα βάλει με τους γαιοκτήμονες που συνεργάζονταν με τον ιάπωνα κατακτητή. Το ΚΚΚ υποστήριζε, δηλαδή, τις ίδιες θέσεις με την ανταγωνίστριά του την Κουμιντάνγκ, τις θέσεις του εθνικισμού. Η μόνη διαφορά σε σχέση με τους διεφθαρμένους κύκλους που περιέβαλλαν τον Τσανγκ Κάι-σεκ ήταν ότι τα μέλη του ΚΚΚ θα εμφανίζονταν ως ειλικρινείς εθνικιστές, με πραγματική δράση κατά των ιαπωνικών στρατευμάτων, προσελκύοντας όλους εκείνους που επιθυμούσαν να αγωνιστούν εναντίον του κατακτητή.

Το 1945, μετά από έναν πόλεμο που κράτησε οκτώ χρόνια και κατέληξε με την ήττα της Ιαπωνίας, οι ηγέτες του ΚΚΚ ήλπιζαν ότι θα συμμετείχαν, όπως συνέβαινε και στην Ευρώπη, σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Ο Τσανγκ Κάι-σεκ, όμως, αρνήθηκε αυτή τη συμβιβαστική λύση, αγνοώντας ακόμα και τις πιέσεις της Ουάσιγκτον. Υπολογίζοντας στην εμφανή υλική υπεροχή του στρατού του, που τον εξόπλιζαν οι ΗΠΑ, άρχισε, στα τέλη του 1945, στρατιωτική επίθεση κατά του ΚΚΚ.

Η επαναστατική ορμή των χωρικών επιτρέπει στο ΚΚΚ να καταλάβει την εξουσία

Το ΚΚΚ γνώριζε ότι, για να νικήσει, είχε ανάγκη από τη στήριξη των μαζών των χωρικών. Για το σκοπό αυτό, αποφάσισε να μην εμποδίζει πια τις διεκδικήσεις των χωρικών για την κατοχή της γης. Το γεγονός αυτό ελευθέρωσε την επαναστατική δυναμική των χωρικών. Οι συνελεύσεις στα χωριά αποφάσιζαν για την τύχη των τοπικών μεγάλων γαιοκτημόνων, θέτοντας έτσι τέλος στην εποχή της φεουδαρχίας. Η απελευθέρωση άγγιξε και την κατάσταση των γυναικών θέτοντας τέλος στους αναγκαστικούς γάμους καθώς και στο απεχθές έθιμο του δεσίματος των ποδιών τους.

Από το 1947, το ΚΚΚ πήρε το πλεονέκτημα και ξεκίνησε να κατακτήσει τις πόλεις. Το ριζοσπαστικό του πρόγραμμα για την αγροτική επανάσταση προκάλεσε την αντίθεση των ιδιοκτητών των πόλεων, και έτσι αποφάσισε να το αναστείλει και πάλι, εξασφαλίζοντας τη συμμαχία ενός μέρους των προκρίτων των πόλεων, συμπεριλαμβανομένων και των στρατηγών του Τσανγκ Κάι-σεκ, πολλοί από τους οποίους άλλαξαν στρατόπεδο.

Το 1948 και το 1949, το ΚΚΚ κατέκτησε τις μεγάλες πόλεις σχεδόν αμαχητί, ενώ η κυβέρνηση του Τσανγκ Κάι-σεκ, χάνοντας και την υποστήριξη μέρους της κοινωνικής της βάσης, κατέφυγε στη Φορμόζα (τη σημερινή Ταϊβάν). Το ΚΚΚ φρόντισε να μη διαλύσει τον παλιό κρατικό μηχανισμό, αλλά επιδίωξε έναν συμβιβασμό. Έτσι, οι υπεύθυνοι, που πριν από λίγο καιρό ακόμα ανήκαν στην επιρροή της Κουομιντάνγκ, εξακολούθησαν να κατέχουν τις θέσεις τους στον στρατό, την αστυνομία και τη δημόσια διοίκηση.

Η τρίτη αυτή κινέζικη επανάσταση (μετά από εκείνες του 1911 και του 1927) ξεκαθάρισε τη σκουριά του παλιού καθεστώτος, έθεσε τέλος στις φεουδαρχικές σχέσεις στις αγροτικές περιοχές, ενοποίησε την Κίνα και της επέτρεψε να ξεφύγει, για ένα διάστημα, από την αρπάγη του καπιταλισμού. Όλα αυτά αποτέλεσαν μια πραγματική πρόοδο. Αυτό, όμως, που απασχολούσε τους ηγέτες του ΚΚΚ δεν ήταν η χειραφέτηση ολόκληρης της ανθρωπότητας από το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά η ανάπτυξη της κινέζικης οικονομίας, διατηρώντας το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έτσι, η «νέα δημοκρατία», που διακήρυσσε το ΚΚΚ, επιδίωκε να αντιπροσωπεύσει όλες τις κοινωνικές τάξεις, συμπεριλαμβανόμενης της βιομηχανικής αστικής τάξης. Και, στο πλαίσιο αυτό, η θέση που αναγνωρίστηκε στην εργατική τάξη ήταν απλώς να εργάζεται όσο το δυνατόν εντατικότερα και με το λιγότερο δυνατό κόστος. Υπήρχε, βέβαια, και ο λεγόμενος «εργατικός έλεγχος», αλλά οι εργάτες καλούνταν μόνον να διατυπώσουν προτάσεις για τη βελτίωση της παραγωγής, ενώ την τελευταία λέξη την είχαν οι διευθύνοντες των επιχειρήσεων.

Στη συνέχεια, λόγω του οικονομικού εμπάργκο που επέβαλαν οι ΗΠΑ, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, το καθεστώς αναγκάστηκε να εθνικοποιήσει την οικονομία, αποζημιώνοντας τους παλιούς ιδιοκτήτες. Δεν επιδίωκε, όμως, έτσι να εξαλείψει τον καπιταλισμό, αλλά να χρησιμοποιήσει τα μέσα του κράτους για να κατορθώσει να βγάλει την κινέζικη οικονομία από την κατάσταση της χρόνιας υπανάπτυξης. Και από τότε, πάνε πλέον εικοσιπέντε χρόνια, το κινέζικο κράτος δεν δυσκολεύτηκε να προχωρήσει και στην αντίθετη επιλογή, να επανενταχθεί δηλαδή στον ιμπεριαλιστικό κόσμο και να ευνοήσει την ανάπτυξη του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου. Και το τίμημα της επιλογής αυτής, το πληρώνουν πάλι η εργατική τάξη και οι φτωχοί χωρικοί.

Για μια μεγάλη περίοδο, η κινέζικη επανάσταση του 1949 αποτέλεσε εντούτοις το παράδειγμα για όλους τους εθνικιστές των χωρών του Τρίτου Κόσμου, σημειώνοντας την πρώτη πράξη του κύματος των αντιαποικιακών αγώνων που θα συντάραζαν τον κόσμο πάνω από μια δεκαετία.

Ζακ ΦΟΝΤΕΝΟΥΑ

http://www.lutte-ouvriere-journal.org/index.php?act=arti&num=2148&id=39

5